Σπήλαιο: Ένα σπήλαιο με σταλαγμίτες και σταλακτίτες θα μπορούσε να είναι μόνο φυσικό αξιοθέατο.

Αν ανακαλύπτονταν δε και ευρήματα της λίθινης εποχής θα είχε και αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αφού είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι εκεί έβρισκαν καταφύγιο μέχρι να κατασκευάσουν σπίτια και αργότερα τα χρησιμοποιούσαν ως τόπο λατρείας.
Το σπήλαιο της Αντιπάρου έχει μια μοναδικότητα, όχι μόνο για τους μαγευτικούς του σταλαγμίτες (χιλιάδες χρόνια χρειάστηκαν για να φάει το νερό τα ασβεστολιθικά πετρώματα), αλλά και για την σύνδεσή του με την ιστορία του νησιού.

Κάστρο: Κρυμμένο μέσα στην ομοιομορφία του παραδοσιακού οικισμού βρίσκεται το Ενετικό Κάστρο της Αντιπάρου. Kατασκευάστηκε στις αρχές του 1440, για να στεγάσει και να προστατέψει τους κατοίκους από τις συχνές επιδρομές των πειρατών. Το κάστρο ήταν αρχικά ένα τετράγωνο κτίσμα από περιμετρικές κατοικίες με εσωτερική αυλή και ένα κυκλικό πύργο στο κέντρο. Οι εξωτερικοί τοίχοι των κατοικιών σχηματίζουν το τείχος. Στη θέση του κεντρικού πύργου που λειτουργούσε ως τελευταίο καταφύγιο, ή ως κατοικία του τοπικού άρχοντα, έχει απομείνει μόνο ή βάση του. H μοναδική είσοδος του κάστρου βρίσκεται δίπλα στη Μητρόπολη του Αγίου Νικολάου.

Δεσποτικό: Τις πρώτες ανασκαφικές έρευνες διενήργησε τον 19ο αιώνα ο Χρήστος Τσούντας, ο οποίος αποκάλυψε πρωτοκυκλαδικά νεκροταφεία. Το 1959 έγινε ανασκαφή από τον Ν. Ζαφειρόπουλο στη θέση Ζουμπάρια4 και Μάντρα στη ΒΑ ακτή του νησιού, όπου εντoπίστηκαν αρχιτεκτονικά μέλη, δωρικού ναού αρχαϊκών χρόνων που χρονολογούνται γύρω στο 500 π. Χ. Από το 1997 η ανασκαφική έρευνα στη θέση Μάντρα5, που διενεργείται από τον αρχαιολόγο της αρχαιολογικής υπηρεσίας Γιάννο Κουράγιο έφερε στο φως ένα μεγάλο μέρος των βοηθητικών χώρων ενός ιερού. Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκε ένα επίμηκες κτιριακό συγκρότημα με κατεύθυνση Β-Ν αποτελούμενο από πέντε συνεχόμενα παράλληλα δωμάτια . Ο δυτικός τοίχος του κτιρίου αποκαλύφθηκε σε μήκος 35 μέτρων και έχει μεγ. σωζ. ύψος 1,70 μ.

Τα τρία δωμάτια της βόρειας πλευράς αποτελούν αυτοτελή οικοδομική ενότητα χάρη στο μεγάλο προστώο δωρικού ρυθμού, που Αντίπαρος - Δεσποτικόυπάρχει κατά μήκος τους, με στυλοβάτη, μήκους 18 μ. που φέρει τις εδράσεις των δωρικών κιόνων. Τα δύο δωμάτια της νότιας πλευράς είναι κατασκευασμένα σε χαμηλότερο επίπεδο. Είναι τετράγωνα. περίπου ίδιων διαστάσεων 8μ Χ 8μ., με εισόδους στην δυτική πλευρά και ένα είδος κλειστού προδόμου17μ στα ανατολικά τους. Η είσοδος του προδόμου, ήταν στο κέντρο, ανάμεσα στις δύο εισόδους των δωματίων.

Η διατήρηση των προσόψεων του κτιρίου είναι εξαιρετική, σώζονται δύο σειρές μαρμάρινων δόμων σε ισοδομικό σύστημα πάνω σε ευθυντηρία από μεγάλες πλάκες σχιστόλιθου.

Η σταδιακή απομάκρυνση της μάντρας και το γκρέμισμά της αποκάλυψε 520 νέα αρχιτεκτονικά μέλη, σπόνδυλους, κιονόκρανα, τρίγλυφα, τμήματα γείσων, κ.α.

Νοτιοανατολικά αποκαλύφθηκε μια πληθώρα μεταγενέστερων κτιρίων για τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί αρχιτεκτονικά μέλη του δωρικού ναού .Η αποκάλυψη αυτών των ύστερων κτιρίων επιβεβαιώνει τη χρήση του χώρου στη Μεσαιωνική εποχή. Στα βαθύτερα στρώματα κάτω από τα μεσαιωνικά κτίσματα αποκαλύφθηκε η συνέχεια του νότιου τοίχου του αρχαϊκού συγκροτήματος, μήκους 60 μέτρων, που σχηματίζει ένα είδος περιβόλου σε σχήμα γάμα.

Στό νότιο δωμάτίο του αρχαϊκού κτηρίου Α κάτω από το δάπεδο βρέθηκαν σημαντικότατα κινητά ευρήματα από διάφορα υλικά αρχαϊκών χρόνων ανατολικοϊωνικής, ροδιακής, κυπριακής και αιγυπτιακής προέλευσης.